μεγαλόπλουτος
μεγαλόπλουτος, exceeding rich
μεγᾰλό-πλουτος, ον,
- exceeding rich, Eub. 37, D.S. 15.58.
μεγαλό·πλουτος, ος, ον [ᾰ] très riche, DS. 15, 58 ; fig. Eub. (Ath. 300c).
Étym. μ. πλοῦτος.
μεγαλόπλουτος, sehr reich, DS. 15.58 ; übertr. ὑπογάστρια, Eubul. bei Ath. VII.300c.