μεγαλόπους
μεγαλόπους, with large feet
μεγᾰλό-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- with large feet, Arist. HA 617a26.
μεγαλό·πους, ους, ουν, gén. -ποδος [ᾰ] aux grands pieds, Arstt. H.A. 9, 21.
Étym. μ. πούς.
μεγαλόπους, πουν, gen. ποδος, großfüßig ; Schol. Ar. Av. 877 ; Arist. H.A. 9.21.