μεταλλήγω
μεταλλήγω, v. μεταλήγω.
μεταλλήγω, ep. = μεταλήγω.
†μεταλλήγω
[μετα- 6.]
Dat. sing. masc. aor. pple. μελαλλήξαντι.
To cease, desist, from.
With genit. : χόλοιο Il. 9.157, 261, 299.
μεταλλήγω : see μεταλήγω.