Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονόχορος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονοφαγέω
μονοφαγία
μονοφαγίστατος
μονοφάγος
μονοφαλαγγία
μονοφανής
μονόφαντος
μονόφθαλμος
μονόφθογγος
μονοφθόρους
μονοφιλής
μονόφορβος
μονοφόρος
μονόφρουρος
μονόφρων
μονοφυής
μονόφυλλος
μονόφυλος
μονοφυσῖται
μονόφωνος
μονοχάλινος
μονόχαλος
μονόχειρ
μονοχέρια
μονόχηλος
μονοχίτων
μονοχιτωνέω
μονοχορδίζω
μονόχορδον
μονόχορδος
μονόχορος
μονόχροιος
μονοχρονέω
μονόχρονος
μονόχροος
μονόχρους
μονοχρώματος
μονόχρωμος
μονόχρως
μονόχωρος
μονόψαφος
μονόψηφος
μονόω
μονόωρος
μονῳδέω
μονώδης
μονῳδία
μονῳδικός
μονῴδιον
μονῳδός
μονωνύμως
μονῶνυξ
μονώνυχος
μόνωπος
μονωπός
μόνως
μόνωσις
μονώτης
μονωτί
μονωτικός
μονῶτις
…
μονόχορος
Save
Pape
μονόχορος
,
einchörig
, zw., s. Aristaen. 1.23.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}