νήκτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape νήκ-τωρ, ορος, ὁ, = νήκτης, Man. 4.397. νήκτωρ, ορος, adj. m. nageur, Man. 4, 397. Étym. νήχομαι. νήκτωρ, ορος, ὁ, poet. = νηκτήρ, ἄνδρες, Maneth. 4.398.