νηλιποκαιβλεπέλαιος Save Bailly 2024 νηλιπο·και·βλεπ·έλαιος, ος, ον, qui va nu-pieds et au teint huileux, sobriquet des philosophes, Anth. App. 288. Étym. νήλιπος, καί, βλέπω, ἔλαιον.