νωγάλευμα
νωγᾰλ-ευμα, ατος, τό, in pl.,
- = νώγαλα, Arar. 8.
νωγάλευμα, ατος (τὸ) [γᾰ] c. νώγαλον, Arar. (Ath. 47d).
νωγάλευμα, τό, Leckerei, Näscherei, bes. zum Nachtisch, im plur., Araros bei Ath. II.47c, τὰ ἡδέα βρώματα.