νύχευμα
νύχευμα, a nightly watch
νῠχ-ευμα, ατος, τό,
- nightly watch, ποῦ νυχευμάτων χάρις; E. Supp. 1136 (lyr., dub. l.).
νύχευμα, ατος (τὸ) [ῠ] veille, veillée, Eur. Suppl. 1136.
Étym. νυχεύω.
νύχευμα, τό, das Nachtwachen, Durchwachen, Eur. Suppl. 1135.
νύχευμα
νύχευμα (ῠ), ατος, τό,
- a nightly watch, Lat. pervigilium, Eur. from νῠχεύω