Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξυλοκύμβη
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυλόγλυκον
ξυλογλύφος
ξυλογραφέομαι
ξυλογραφέω
ξυλοδωνίη
ξυλοειδής
ξυλοεργός
ξυλοθήκη
ξυλοκάνθηλα
ξυλοκανθήλια
ξυλοκάρπασον
ξυλοκάρυον
ξυλοκαρυόφυλλον
ξυλοκασία
ξυλοκασσία
ξυλοκαστέλλιον
ξυλοκατασκεύαστος
ξυλοκατάσκευος
ξυλοκέρατα
ξυλοκέρατον
ξυλόκερκος
Ξυλόκερκος
ξυλοκιννάμωμον
ξυλόκοκκα
ξυλόκοκκον
ξυλοκόλλα
ξυλοκοπέω
ξυλοκοπία
ξυλοκόπος
ξυλοκράμβη
ξυλοκύμβη
ξυλοκυστίς
ξυλολεπής
ξυλολογεία
ξυλολυχνοῦχος
ξυλόλωτος
ξυλόμακερ
ξυλομανέω
ξυλομετρέω
ξυλομέτρης
ξυλομιγής
ξυλόμοχλον
ξυλομυρσίνη
ξύλον
ξυλοναΐσκιον
ξυλόξεσις
ξυλοπαγής
ξυλοπάκτων
ξυλοπέδη
ξυλοπέταλον
ξυλοπόδης
ξυλοποιός
ξυλόπους
ξυλοπριστικός
ξυλοπύλιον
ξυλοπυρία
ξυλοπώλης
ξυλοπωλικός
ξυλοπώλιον
ξυλοσπόγγιον
ξυλόσπογγος
…
ξυλοκύμβη
Save
LSJ
ξῠλο-κύμβη, ἡ, nickname of an ill-favoured woman,
Com.Adesp.
1091.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}