Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξυλοπώλιον
ξυλοπώλιον, lignarium
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυλοκόπος
ξυλοκράμβη
ξυλοκύμβη
ξυλοκυστίς
ξυλολεπής
ξυλολογεία
ξυλολυχνοῦχος
ξυλόλωτος
ξυλόμακερ
ξυλομανέω
ξυλομετρέω
ξυλομέτρης
ξυλομιγής
ξυλόμοχλον
ξυλομυρσίνη
ξύλον
ξυλοναΐσκιον
ξυλόξεσις
ξυλοπαγής
ξυλοπάκτων
ξυλοπέδη
ξυλοπέταλον
ξυλοπόδης
ξυλοποιός
ξυλόπους
ξυλοπριστικός
ξυλοπύλιον
ξυλοπυρία
ξυλοπώλης
ξυλοπωλικός
ξυλοπώλιον
ξυλοσπόγγιον
ξυλόσπογγος
ξυλοστεγής
ξυλόστεγος
ξυλόστομος
ξυλοσχίστης
ξυλοτομία
ξυλοτόμος
ξυλότονα
ξυλοτρόφος
ξυλοτρώκτης
ξυλουργέω
ξυλουργής
ξυλουργία
ξυλουργικός
ξυλουργός
ξυλοφάγος
ξυλοφανής
ξυλοφθόρον
ξυλοφθόρος
ξυλοφορέω
ξυλοφορία
ξυλοφόριος
ξυλοφόρος
ξυλοφορτηγός
ξυλόφρακτος
ξυλοχάρτια
ξυλοχίζομαι
ξύλοχος
ξυλόω
…
ξυλοπώλιον
Save
ξυλοπώλιον, lignarium
LSJ
ξῠλο-πώλιον, τό,
lignarium,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}