Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξυλωμάτιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυλόστεγος
ξυλόστομος
ξυλοσχίστης
ξυλοτομία
ξυλοτόμος
ξυλότονα
ξυλοτρόφος
ξυλοτρώκτης
ξυλουργέω
ξυλουργής
ξυλουργία
ξυλουργικός
ξυλουργός
ξυλοφάγος
ξυλοφανής
ξυλοφθόρον
ξυλοφθόρος
ξυλοφορέω
ξυλοφορία
ξυλοφόριος
ξυλοφόρος
ξυλοφορτηγός
ξυλόφρακτος
ξυλοχάρτια
ξυλοχίζομαι
ξύλοχος
ξυλόω
ξυλύφιον
ξυλώδης
ξύλωμα
ξυλωμάτιον
ξυλών
ξυλωνία
ξυλώροφον
ξύλωσις
ξυλωτής
ξυμ
ξυμβ
ξυμβαίνω
ξυμβάλλω
ξυμβατικός
ξυμβλήμεναι
ξύμβλητο
ξυμβόλαιον
ξυμβόλαιος
ξυμβολή
ξύμβολον
ξυμβύω
ξύμη
ξυμμ-
ξυμμάρτυρ
ξυμμαχέω
ξυμμαχία
ξύμμαχος
ξυμμένω
ξυμμεταίτιος
ξυμμετίσχω
ξυμμετρέω
ξυμμετρία
ξύμμετρος
ξυμμίγνυμι
…
ξυλωμάτιον
Save
LSJ
ξῠλ-ωμάτιον, τό, Dim. of foreg. [ξύλωμα],
IG
11(2).199
B
51 (Delos, iii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}