Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξυλουργής
ξυλουργής, made of wood
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυλόμοχλον
ξυλομυρσίνη
ξύλον
ξυλοναΐσκιον
ξυλόξεσις
ξυλοπαγής
ξυλοπάκτων
ξυλοπέδη
ξυλοπέταλον
ξυλοπόδης
ξυλοποιός
ξυλόπους
ξυλοπριστικός
ξυλοπύλιον
ξυλοπυρία
ξυλοπώλης
ξυλοπωλικός
ξυλοπώλιον
ξυλοσπόγγιον
ξυλόσπογγος
ξυλοστεγής
ξυλόστεγος
ξυλόστομος
ξυλοσχίστης
ξυλοτομία
ξυλοτόμος
ξυλότονα
ξυλοτρόφος
ξυλοτρώκτης
ξυλουργέω
ξυλουργής
ξυλουργία
ξυλουργικός
ξυλουργός
ξυλοφάγος
ξυλοφανής
ξυλοφθόρον
ξυλοφθόρος
ξυλοφορέω
ξυλοφορία
ξυλοφόριος
ξυλοφόρος
ξυλοφορτηγός
ξυλόφρακτος
ξυλοχάρτια
ξυλοχίζομαι
ξύλοχος
ξυλόω
ξυλύφιον
ξυλώδης
ξύλωμα
ξυλωμάτιον
ξυλών
ξυλωνία
ξυλώροφον
ξύλωσις
ξυλωτής
ξυμ
ξυμβ
ξυμβαίνω
ξυμβάλλω
…
ξυλουργής
Save
ξυλουργής, made of wood
LSJ
ξῠλουργ-ής, ές,
made of wood,
διάφραγμα
Lyd.
Mag.
3.37.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}