οἰόρ Save οἰόρ, man Bailly 2024 Pape οἰόρ, mot scythe p. ἀνήρ, Hdt. 4, 110. οἰόρ, nach Her. 4.110 skythisch, = ἀνήρ, wie οἰόρπατα = ἀνδροκτόνοι.