οἰόρπατα
οἰόρπατα, Scythian for ἀνδροκτόνος
οἰόρπατα, Scyth. for ἀνδροκτόνοι, οἰόρ being = man, Hdt. 4.110.
οἰόρπατα, mot scythe p. ἀνδροκτόνοι, Hdt. 4, 110.
οἰόρπατα, nach Her. 4.110 skythisch, = ἀνδροκτόνοι.
οἰόρπατα
= ἀνδροκτόνοι
- Scyth. for ἀνδρο-κτόνοι, οἰόρ, being = ἀνήρ (vir), Hdt.