Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πάρῳον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρωθεύω
παρωθέω
παρωκεάνιος
Παρωκεάνιος
παρωκεανῖται
παρωκεανίτης
Παρωκεανίτης
παρωκεανιτικός
Παρωκεανιτικός
παρωκεανῖτις
παρωλένιος
παρωλενίς
παρώμαλος
παρωμίς
παρών
Πάρων
παρωνομασία
παρωνυμέω
παρωνύμησις
παρωνυμία
παρωνυμιάζω
παρωνυμίασμα
παρωνυμίζω
παρωνύμιον
παρωνύμιος
παρώνυμος
παρωνυμόω
παρωνύμως
παρωνυχία
παρωνυχίς
πάρῳον
πάρωος
παρώπανος
παρωπία
παρώπια
παρώπιον
παρωπίς
παρωπόμνησις
Πάρωπος
πάρωρα
παρωραϊσμός
Παρωρεῆται
παρώρεια
Παρώρεια
παρώρειος
παρωρείτης
παρωρμημένως
πάρωρος
παρωροφίς
παρώσω
παρώτιον
παρωτίς
παρῴχηκα
παρῳχημένος
παρῳχημένως
πάρωχρος
παρῴχωκε
πᾶς
πᾶσαι
Πασακᾶς
πασάμην
…
πάρῳον
Save
LSJ
πάρῳον, τό,
= παρῴα,
Gal.
18(1).776.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}