παλαμίς
πᾰλᾰμίς, ίδος, ἡ,
- = ἀσπάλαξ, Alex.Trall. 12.
- II = πηλαμύς, Cyran. 22.
- III παλαμίς· τεχνίτης παρὰ τοῖς Σαλαμινίοις, Hsch.
παλαμίς, ίδος (ἡ) [ᾰᾰ] taupe (propr. l’industrieuse) A. Tr. 11, 652.
Étym. παλάμη.
παλαμίς, ίδος, ἡ, der Maulwurf, Alex.Trall.