παμπλήρης
παμπλήρης, quite full
παμ-πλήρης, ες,
- quite full, Arist. GC 325a29 (v.l. -πληθές).
παμ·πλήρης, ης, ες, tout à fait plein, Arstt. Gen. et corr. 1, 8, 8.
παμπλήρης, ες, ganz gefüllt, Damasc. in B.A. 1408.