παμπλείων
παμπλείων, much greater
παμ-πλείων, ονος, ὁ, ἡ,
- much greater, ὄγκος τῆς φωνῆς Arist. Aud. 804a15.
παμ·πλείων, ων, ον, gén. ονος, v. πάμπολυς.
παμπλείων, Kompar. zu πάμπολυς.