παντουργός
παντουργός, όν,
- = πανοῦργος, φωτὶ παντουργῷ φρένας S. Aj. 445, cf. Eust. 524.37.
- II creating all, Dam. Pr. 57, cf. Eust. 29.31.
παντουργός, ός, όν, c. πανοῦργος, Soph. Aj. 445.
παντουργός, = πανοῦργος, Soph. Aj. 440 u. Sp.
παντουργός
παντ-ουργός, όν
= πανοῦργος, Soph.