παντοφόρος
παντοφόρος, all-bearing, all-productive
παντο-φόρος, ον,
- = πάμφορος, χώρα Arist. Pol. 1326b28.
παντο·φόρος, ος, ον, c. πάμφορος, Arstt. Pol. 7, 5, 1.
παντοφόρος, = παμφόρος, χώρα, Arist. Pol. 7.5.