παρόρνυμι
παρόρνυμι, urge on
παρόρνυμι,
- urge on, παρὰ μητέρα μύθοις ὄρνυθι A.R. 3.486.
παρόρνυμι, [ῡ], (ὄρνυμι), dabei erregen, ermuntern, nur in tmesi, παρὰ μητέρα μύθοις ὄρνυθι λισσόμενος, Ap.Rh. 3.486.