πειώλης Save LSJ Pape πειώλης, ου, ὁ, Ion. for πεώλης, = κίναιδος, Suid., EM 668.36. πειώλης, ὁ, ein geiler Kerl, VLL, auch πειόλης geschrieben, von πέος, vgl. Lobeck Phryn. 613.