πελαγικός
πελᾰγ-ικός, ή, όν,
- = sq., θεοί Plu. QConv. 2.685f.
πελαγικός, ή, όν [ᾰ] de la mer, Plut. M. 685.
Étym. πέλαγος.
πελαγικός, das Meer liebend, sich darauf aufhaltend, übh. = πελάγιος. Bei Plut. Symp. 5 E. ist v.l. πελασγικοὶ θεοί.