περιτίω
περιτίω, honour very highly
περιτίω,
- honour very highly, περὶ μέν σε τίον Il. 8.161:—Pass., A.R. 3.74. [ῐ Il., ῑ A.R.]
περι·τίω, honorer tout à fait, A. Rh. 3, 74.
περιτίω, sehr ehren, Ap.Rh. 3.74.