περιτραχήλιον Save περιτραχήλιον, neck piece Bailly 2024 Grieks Nederlands περι·τραχήλιον, ου (τὸ) [ᾰ] collier, Plut. Alex. 32. Étym. π. τράχηλος. περι-τραχήλιον -ου, τό [τράχηλος] halsketting.