περιτιμήεις
περιτιμήεις, much-honoured
περιτῑμήεις, εσσα, εν,
- much-honoured, h.Ap. 65.
περι·τιμήεις, ήεσσα, ῆεν [τῑ] tout à fait honoré, Hh. Ap. 65.
Étym. π. τιμή.
περιτιμήεις, [τῑ], εσσα, εν, sehr geehrt, geschätzt, Hom. h.Ap. 65.
περιτιμήεις
περι-τῑμήεις, εσσα, εν
- much-honoured, Hhymn.