περιτόναιος
περιτόναιος, stretched
περι-τόναιος, ον,
- stretched or strained over, esp. of the membrane which contains the lower viscera, τοῦ π. χιτῶνος ἢ ὑμένος ἢ σκεπάσματος Gal. UP 4.9:—freq. as Subst. περιτόναιον, τό, Hp. Epid. 7.20, Gal. l.c., 18(1).164, etc.; περιτόναιος, ὁ, Cels. 4.1.13.
- II περιτόναιον, τό, = ἐντερονεία, Poll. 1.92, cf. περίτονος II; but
- 2 περιτόναια, τά, projecting beams at the stern of a ship, ib. 89.
περιτόναιος, ος, ον, tendu tout autour ; subst. ὁ περιτόναιος, Cels. 4, 1 ; τὸ περιτόναιον, Hpc. 1215g, etc. le péritoine, membrane qui recouvre intérieurement tout le bas-ventre.
Étym. περίτονος.
περιτόναιος, = περιτόνιος, Sp. Nach Poll. 1.89 sind περιτόναια τὰ περὶ τὴν πρύμναν προύχοντα ξύλα, vgl. 92.