πολυκυλίνδητος
πολυκυλίνδητος, much
πολυ-κῠλίνδητος, ον,
- much or often rolled, Eust. 1471.7, Hsch.
πολυκυλίνδητος, viel, oft gewälzt, Hesych.
πολυκυλίνδητος, much