προκάμπυλος
προκάμπυλος, bentforward
προκάμπῠλος, ον,
- bent forward: προκάμπυλον, τό, = ἁβρότονον, Ps.-Dsc. 3.24.
προκάμπυλος, vorn od. nach vorn gekrümmt (?).
προκάμπυλος, bentforward