About Report a problem

Menu

προκαλέομαι

προκαλέομαι, challenge

προκαλέομαι , aor. προκαλέσσατο, imp. προκάλεσσαι, subj. προκαλέσσεται: challenge; χάρμῃ, μαχέσασθαι, Il. 7.218, Il. 3.432.

Saved

Recent