Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκοσμέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκοιτέω
προκοιτία
προκοίτιον
πρόκοιτος
προκοιτών
προκολάζω
προκολακεύω
προκολλάω
προκόλπιον
πρόκολπος
προκομία
προκομιδ
προκομιδή
προκομίζω
προκόμιον
προκόμισμα
προκομιστέον
πρόκομμα
προκόνδυλοι
Προκοννήσιος
Προκόννησος
πρόκοος
προκοπή
προκοπιάω
πρόκοπος
προκόπτας
Προκόπτας
προκοπτικός
προκόπτω
πρόκορμος
προκοσμέω
προκόσμημα
προκοσμητεύω
προκόσμιον
προκόσμιος
προκόττα
πρόκουρος
πρόκοψις
πρόκρανος
προκρατέω
προκρέμαμαι
προκρεμαννύω
πρόκρημνος
προκρητικόν
πρόκριμα
προκριματίζομαι
προκριματίζω
προκρίνω
πρόκρις
Πρόκρις
πρόκρισις
προκριτέος
προκριτής
προκριτικόν
προκριτικός
πρόκριτος
πρόκροον
πρόκροσσοι
πρόκροσσος
πρόκρουμα
πρόκρουσις
…
προκοσμέω
Save
Pape
προκοσμέω
,
vorn od. vorher schmücken
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}