Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκόπτας
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκοιλαίνω
προκοίλιος
πρόκοιλος
προκοιμάομαι
προκοιτεία
προκοιτέω
προκοιτία
προκοίτιον
πρόκοιτος
προκοιτών
προκολάζω
προκολακεύω
προκολλάω
προκόλπιον
πρόκολπος
προκομία
προκομιδ
προκομιδή
προκομίζω
προκόμιον
προκόμισμα
προκομιστέον
πρόκομμα
προκόνδυλοι
Προκοννήσιος
Προκόννησος
πρόκοος
προκοπή
προκοπιάω
πρόκοπος
προκόπτας
Προκόπτας
προκοπτικός
προκόπτω
πρόκορμος
προκοσμέω
προκόσμημα
προκοσμητεύω
προκόσμιον
προκόσμιος
προκόττα
πρόκουρος
πρόκοψις
πρόκρανος
προκρατέω
προκρέμαμαι
προκρεμαννύω
πρόκρημνος
προκρητικόν
πρόκριμα
προκριματίζομαι
προκριματίζω
προκρίνω
πρόκρις
Πρόκρις
πρόκρισις
προκριτέος
προκριτής
προκριτικόν
προκριτικός
πρόκριτος
…
προκόπτας
Save
LSJ
προ-κόπτας, α, ὁ,
= Προκρούστης,
B.
17.28 [Dith. 4.28].
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}