προτομαφόρος
προτομαφόρος, imaginifer
προτομᾱφόρος, ὁ, (cf. sq. [προτομή] 3)
- = Lat. imaginifer, BGU 241.3 (ii A.D.); also προτομοφόρος, Gloss.
προτομαφόρος, imaginifer