σιταγωγέω
σιταγωγέω, to convey grain
σῑτᾰγωγ-έω,
- convey corn, c. acc. cogn., σ. σιταγωγίαν Luc. Nav. 14: abs., D.C. 47.37, 49.27:—Med., import corn, IG 2(2).28.18.
σιταγωγέω-ῶ [ῑᾰ] amener un convoi de blé, Luc. Nav. 14 ; DC. 47, 37 ; 49, 27.
Étym. σιταγωγός.
σιταγωγέω, [ῑ], Getreide führen, fahren, Getreide zu od. herbeiführen, Sp., wie Luc. nav. 14.
σιταγωγέω
σῑτᾰγωγέω,
fut. -ήσω
from σῑτᾰγωγός
- to convey corn, Luc.