Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σιτεύεσκον
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σιταγέρτης
σιταγωγέω
σιταγωγία
σιταγωγός
σιταῖα
σιταλετικός
Σιτάλκας
σιτάλκας
Σιτάλκης
σιτανίας
σιταποδέκτης
σιταποδοχεῖον
σιταποχία
σιτάριον
σιτάρκεια
σιταρκέω
σιτάρκημα
σιτάρκησις
σιταρκία
σιταρκισμός
σιταρχέω
σιτάρχημα
σιτάρχης
σιταρχία
σίταρχος
σιταρχώ
σιτεία
σιτένδεια
σιτέομαι
σιτέσκοντο
σιτεύεσκον
σιτεύσιμον
σιτεύσιμος
σίτευσις
σιτευτάριος
σιτευτής
σιτευτός
σιτευτώριος
σιτεύω
σιτευωνέω
σιτέω
σιτηβόρος
σιτηγέω
σιτηγήσια
σιτηγία
σιτήγονος
σιτηγός
σιτηρεσιάζω
σιτηρέσιον
σιτηρέσιος
σιτήριος
σίτηρις
σιτηρός
σίτησις
σιτητός
σιτηφάγος
σιτίζω
σιτικός
σίτινος
σιτίον
σίτισις
…
σιτεύεσκον
Save
Grieks Nederlands
σιτεύεσκον
iter. imperf.
van
σιτεύω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}