σμαρίλη Save LSJ Bailly 2024 Pape σμᾰρίλη [ῑ], ἡ, = μαρίλη, Arist. Mir. 833a25. σμαρίλη, ης (ἡ) [ᾰῑ] c. μαρίλη, Arstt. Mir. 41. σμαρίλη, = μαρίλη.