σμερδνός
σμερδνός, terrible to look on, fearful, aweful, direful
σμερδ-νός, ή, όν,
- = foreg. [σμερδαλέος], Γοργείη κεφαλή Il. 5.742; σμερδναῖσι γαμφηλαῖσι συρίζων φόνον A. Pr. 357; μυγαλέη Nic. Th. 815:—as Adv., σμερδνὸν βοόων Il. 15.687; δέρκεται h.Hom. 31.9.
σμερδνός, ή, όν, c. σμερδαλέος, Il. 5, 742 ; Eschl. Pr. 355 ; Nic. Th. 815 ; neutre adv. σμερδνόν, Il. 15, 687, 732 ; Hh. 31, 9.
Étym. var. de σμερδαλέος.
σμερδνός, = σμερδαλέος, bei Hom. ganz eben so gebraucht, aber viel seltener, von der Aegis, Il. 5.742, u. adverbial, σμερδνὸν βοόων, 15.687 ; σμερδναῖσι γαμφηλῇσι συρίζων φόνον, Aesch. Prom. 355 ; sp.D., σκόλοπες, Opp. Hal. 5.330.
σμερδνός
-ή, -όν
[cf. σμερδαλέος.]
- 1
= σμερδαλέος
1 : Γοργείη κεφαλή Il. 5.742. - 2
In neut. sing. σμερδνόν
as adv. = σμερδαλέος. 2.b : βοόων Il. 15.687, 732.
- 1
σμερδνός = σμερδαλέος, Il. 5.472.— Adv., σμερδνόν, βοᾶν, Il. 15.687, 732.
σμερδνός, ή, όν
= σμερδάλεος
- Il., Aesch.:—as adv., σμερδνόν Il.