στεάτινος
στεάτ-ῐνος [ᾱ], η, ον, (στέαρ II)
- = σταίτινος, Aesop. 58:—also στεατ-ίτης [ῑ] (sc. πλακοῦς), ὁ, Hsch. s.v. πίονες.
στεάτινος, η, ον [ᾱῐ] de pâte, Es. 58 Halm.
Étym. στέαρ.
στεάτινος, von Talg, Sp. – Auch = σταίτινος, Aesop. fab. 18, Ern.