Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στεγανή
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταχυολογία
σταχυολόγον
σταχυολόγος
σταχυόομαι
σταχυοπλόκαμος
σταχυοστέφανος
σταχυοτομέω
σταχυοτόμος
σταχυοτρόφος
σταχυοφορέω
σταχυοφόρος
σταχυόω
στάχυς
Στάχυς
σταχυφορέω
σταχυώδης
στάω
στεάζω
στέαρ
στεάτινος
στεάτιον
στεατοκήλη
στεατόομαι
στεατόω
στεατώδης
στεάτωμα
στεατωμάτιον
στεγάζω
στεγάνα
στεγάνη
στεγανή
στεγανογραφία
στεγανογράφος
στεγανομέομαι
στεγανόμιον
στεγανόμος
στεγανόπους
στεγανός
στεγανότης
στεγανόω
στεγάνωμα
στεγανῶς
στέγαρχος
στεγάρχων
στεγάσιμος
στέγασις
στέγασμα
στεγαστέον
στεγαστέος
στεγαστήρ
στεγαστής
στεγαστός
στεγαστρίς
στέγαστρον
στεγγίς
στέγη
στεγήρης
στεγίτης
στεγῖτις
στεγνοπαθέω
στεγνοποιέω
…
στεγανή
Save
Bailly 2024
στεγανή,
ῆς
(
ἡ
) [
ᾰ
] couverture, abri,
Anth.
6, 294
.
Étym.
στέγω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}