στεγάνη
στεγάνη, a covering
στεγ-άνη [ᾰ], ἡ,
- a covering, AP 6.294 (Phan.): hence στεγ-ανίσαι· στέγῃ ὑποδεχθῆναι, Hsch.
στεγάνη, ἡ, Bedeckung, Phani. 2 (VI.294).
στεγάνη
στεγάνη (ᾰ), ἡ,
στέγω
- a covering, Anth.