συγγένησις
συγγένησις, meeting
συγγέν-ησις, εως, ἡ,
- meeting, Pl. Lg. 948e (pl.).
συγγένησις, εως (ἡ) réunion, Plat. Leg. 948e.
Étym. συγγίγνομαι.
συγγένησις, ἡ, wie συνουσία, das Zusammensein, Zusammentreffen, καὶ συνουσίαι, Plat. Legg. XII.948e.