συγγενής
συγγενής, συγγενής, ὁ, relation (noun)
- congenital, inborn, ἦθος Pi. O. 13.13; εὐδοξία Id. N. 3.40; σ. εἶδος,= φύσις, character, Hp. Hum. 1; νόσημα σ. ἐστί τινι Id. Prorrh. 2.2; φόβος A. Eu. 691; παύροις . . ἐστι συγγενὲς τόδε natural to them, Id. Ag. 832; ἡ τύχη προσγίγνεθʼ ἡμῖν σ. τῷ σώματι Philem. 10; πότμος σ. Pi. N. 5.40; προϊδεῖν σ. οἷς ἕπεται who have the natural gift to foresee, ib. 1.28; συγγενεῖς μῆνες my connate months, the months of my natural life, S. OT 1082; σ. τρίχες the hair born with one, i.e. the hair of the head as opp. to the beard, Arist. HA 518a18, 584a24; σημεῖα σ. birth-marks, ib. 585b31; δυνάμεις αἱ σ., opp. αἱ ἔθει and αἱ μαθήσει, Id. Metaph. 1047b31; αὔξει τὸ σ. increases its natural force, Id. EN 1119b9. Adv., -νῶς δύστηνος miserable from his birth, E. HF 1293; v. σύμφυτος.
- II of the same kin, descent, or family, akin to, τινι Hdt. 1.109, 3.2, E. Heracl. 229: abs., akin, cognate, θεός A. Pr. 14; γυνή E. Andr. 887; χείρ S. OC 1387; συγγενέστατον φύσει πάντων most nearly akin, Is. 11.17; σ. γάμος ἀνεψιῶν A. Pr. 855; of animals, Arist. HA 539a23, GA 747a31, al.: hence,
- b Subst., kinsman, relative, οὖσα σ. ἐκείνου Ar. Pax 618 (troch.); τῆς ἐμῆς γυναικὸς ξυγγενεῖ (dual) Id. Av. 368 (troch.); πρὸς σ. τε καὶ οἰκείους αὐτῶν Pl. R. 378c; ἔργον εὑρεῖν συγγενῆ πένητός ἐστιν Men. 4; γάμει τὴν συγγενῆ Id. 929: freq. in pl., οἱ σ. kinsfolk, kinsmen, Pi. P. 4.133, Hdt. 2.91, etc.; not properly applied to children (ἔκγονοι) in relation to their parents, and so opp. ἔκγονοι in Is. 8.30, v. συγγένεια I (but cf. And. 1.17); τοῖς συγγενέσι τὰ τοῦ συγγενοῦς ψηφίζεσθαι Is. 4.23.
- c τὸ σ.,= συγγένεια, kindred, relationship, A. Pr. 291 (anap.), S. El. 1469, Th. 3.82, etc.; also, the spirit of oneʼs race, Pi. P. 10.12, N. 6.8; εἰ τούτῳ προσήκει Λαΐῳ τι σ. if he had any connexion with him, S. OT 814; of tribes, κατὰ τὸ ξ. Th. 1.95.
- 2 metaph., akin, cognate, of like kind, τοὺς τρόπους οὐ συγγενής Ar. Eq. 1280 (troch.), cf. Th. 574; ξυγγενὴς ὁ κύσθος αὐτῆς θητέρᾳ (for τῷ τῆς ἑτέρας) Id. Ach. 789; freq. in Pl., [ἡ ψυχὴ] σ. οὖσα τῷ θείῳ R. 611e; τῇ πολεμικῇ σ. ἡ πάλη Lg. 814d; τοῖς . . λόγοις τὴν αἰτίαν συγγενῆ δεῖ νομίζειν Arist. GA 788b9, cf. Rh. 1398a21 (Comp.): rarely c. gen., νοῦς αἰτίας σ. Pl. Phlb. 31a, cf. Phd. 79d, R. 403a, 487a: abs., σ. τιμωρίαι fitting, proper punishments, Lycurg. 122 (but prob. f.l. for εὐγ-) ; συγγενῆ things of the same kind, homogeneous, Arist. APo. 76a1; τὰ σ. καὶ τὰ ὁμοειδῆ Id. Rh. 1405a35; σ. τέχναι Stoic. 2.30; ἐν γαίῃ μὲν σῶμα τὸ σ. its congener, IG 9(1).882.7 (Corcyra). Adv., συγγενῶς ἔρχεσθαι Pl. Lg. 897c; σ. τρέχων Πλάτωνι Alex. 1 (codd. D.L.); τὰ σ. εἰρημένα to similar effect, Phld. Mus. p.92K.
- III συγγενής represented a title bestowed at the Persian court by the king as a mark of honour, ‘cousin’, X. Cyr. 1.4.27, 2.2.31, D.S. 16.50; also at the Ptolemaic and Seleucid courts, OGI 104.2 (Delos, ii B.C.), al., BGU 1741.12 (i B.C.), LXX 1 Ma. 10.89; οἱ σ. τῶν κατοίκων ἱππέων prob. a category of nobles among the κάτοικοι, PTeb. 61 (b). 79 (ii B.C.); συγγενεῖς κάτοικοι UPZ 14.8 (ii B.C.).
1. aangeboren, natuurlijk;
2. van hetzelfde geslacht
3. overdr. verwant (aan), d.w.z. van dezelfde soort (als), soortgelijk (aan);
- a inherited, inborn ἄμαχον δὲ κρύψαι τὸ συγγενὲς ἦθος O. 13.13 μεγαλᾶν πολίων ἔχει συγγενὴς ὀφθαλμὸς αἰδοιότατον γέρας (H. J. Rose: post πολίων distinx. codd., fort. recte) P. 5.16 ἐσσόμενον προιδεῖν συγγενὲς οἷς ἕπεται pr. N. 1.28 συγγενεῖ δέ τις εὐδοξίᾳ μέγα βρίθει N. 3.40 πότμος δὲ κρίνει συγγενὴς ἔργων πέρι πάντων N. 5.40 νῦν δʼ αὖτις ἀρχαίας ἐπέβασε Πότμος συγγενὴς εὐαμερίας I. 1.40
- b τὸ συγγενές, oneʼs hereditary nature τὸ δὲ συγγενὲς ἐμβέβακεν ἴχνεσιν πατρὸς Ὀλυμπιονίκα δὶς ἐν πολεμαδόκοις Ἄρεος ὅπλοις P. 10.12 τεκμαίρει καί νυν Ἀλκιμίδας τὸ συγγενὲς ἰδεῖν ἄγχι καρποφόροις ἀρούραισιν N. 6.8
- c m. pl., kinsfolk συγγενέσιν παρεκοινᾶθ P. 4.133
Strong
2*;)
1. congenital, natural, innate.
2. akin to; as subst., a kinsman: Mk 6:4, Lk 1:58 2:44 14:12 21:16, Jo 18:26, Ac 10:24; of tribal kinship, Ro 9:3 16:7, 11, 21.†
te saludo, Helios, tú eres el joven, noble, descendiente del sagrado templo, el pariente del lago sagrado
- Iborn with, congenital, natural, in-born, Pind., Aesch.; συγγενεῖς μῆνες the months of my natural life, Soph.:—so in adv., συγγενῶς δύστηνος miserable from my birth, Eur.
- IIof the same kin, descent or family with another, akin to him, τινι Hdt., Attic:—absol. akin, cognate, Trag., etc.:—as Subst. a kinsman, relative, τινος of another, Ar., Plat.:—in pl., οἱ συγγενεῖς kinsfolk, kinsmen, Hdt., etc.:— τὸ συγγενές, συγγένεια, Aesch., etc.; εἰ τούτῳ προσήκει Λαΐῳ τι σ. if this man had any connexion with Laius, Soph.
- 2metaph. akin, cognate, of like kind, Ar., Plat.
- IIIat the Persian court, συγγενής was a title bestowed by the king as a mark of honour (like Cousin), Xen.
-
…ὁδὸς ἅμα καὶ φορὰ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ ὄντων ἁπάντων νοῦ κινήσει καὶ περιφορᾷ καὶ λογισμοῖς ὁμοίαν φύσιν ἔχει καὶ συγγενῶς ἔρχεται, δῆλον ὡς τὴν ἀρίστην ψυχὴν φατέον ἐπιμελεῖσθαι τοῦ κόσμου παντὸς καὶ ἄγειν αὐτὸν τὴν τοιαύτην ὁδὸν ἐκείνην .…
Plato, Laws
-
…. Κράτος Βία τε, σφῷν μὲν ἐντολὴ Διὸς ἔχει τέλος δὴ κοὐδὲν ἐμποδὼν ἔτι · ἐγὼ δʼ ἄτολμός εἰμι συγγενῆ θεὸν δῆσαι βίᾳ φάραγγι πρὸς δυσχειμέρῳ. πάντως δʼ ἀνάγκη τῶνδέ μοι τόλμαν σχεθεῖν · ἐξωριάζειν γὰρ πατρὸς λόγους βαρύ…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…τῆσδʼ ἀποφθαρήσεται ; κεκλημένῳ δὲ φωτὶ μακαρίῳ ποτὲ αἱ μεταβολαὶ λυπηρόν · ᾧ δʼ ἀεὶ κακῶς ἔστʼ, οὐδὲν ἀλγεῖ συγγενῶς δύστηνος ὤν. ἐς τοῦτο δʼ ἥξειν συμφορᾶς οἶμαί ποτε · φωνὴν γὰρ ἥσει χθὼν ἀπεννέπουσά με μὴ θιγγάνειν γῆς…
Euripides, Heracles
-
…. καὶ οἱ μὲν ἐτεθνήκεσαν ὑπειληφότες οὐδὲν ἔχον ψυχὴν ὑποχείριον ἐξ αὑτῶν Ῥωμαίοις καταλιπεῖν, ἔλαθεν δὲ γυνὴ πρεσβῦτις καὶ συγγενὴς ἑτέρα τις Ἐλεαζάρου, φρονήσει καὶ παιδείᾳ πλεῖστον γυναικῶν διαφέρουσα, καὶ πέντε παιδία τοῖς ὑπονόμοις, οἳ ποτὸν ἦγον…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…κρίσιν πολέμῳ μᾶλλον ἢ τῷ ἴσῳ ἐβουλήθησαν τὰ ἐγκλήματα μετελθεῖν. καὶ ὑμῖν ἔστω τι τεκμήριον ἃ πρὸς ἡμᾶς τοὺς ξυγγενεῖς δρῶσιν, ὥστε ἀπάτῃ τε μὴ παράγεσθαι ὑπʼ αὐτῶν δεομένοις τε ἐκ τοῦ εὐθέος μὴ ὑπουργεῖν · ὁ γὰρ ἐλαχίστας…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἐγώ. τί δῆτα κλαίεις ; τίς φίλων ὁ κατθανών ; γυνή · γυναικὸς ἀρτίως μεμνήμεθα. ὀθνεῖος ἢ σοὶ συγγενὴς γεγῶσά τις ; ὀθνεῖος, ἄλλως δʼ ἦν ἀναγκαία δόμοις. πῶς οὖν ἐν οἴκοις σοῖσιν ὤλεσεν βίον ; πατρὸς…
Euripides, Alcestis
-
…ἄλλως ἠθέλησε ποιῆσαι τοῦτο · καταλείπει γὰρ ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ ἄλλους τε τῶν Φοινίκων καὶ δὴ καὶ τῶν ἑωυτοῦ συγγενέων Μεμβλίαρον. οὗτοι ἐνέμοντο τὴν Καλλίστην καλεομένην ἐπὶ γενεάς, πρὶν ἤ Θήραν ἐλθεῖν ἐκ Λακεδαίμονος, ὀκτὼ ἀνδρῶν .…
Herodotus, The Histories
-
…πλατύρρους Νεῖλος ἀρδεύει χθόνα · πέμπτη δʼ ἀπʼ αὐτοῦ γέννα πεντηκοντάπαις πάλιν πρὸς Ἄργος οὐχ ἑκοῦσʼ ἐλεύσεται θηλύσπορος, φεύγουσα συγγενῆ γάμον ἀνεψιῶν · οἱ δʼ ἐπτοημένοι φρένας, κίρκοι πελειῶν οὐ μακρὰν λελειμμένοι, ἥξουσι θηρεύοντες οὐ θηρασίμους γάμους ,…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…τε δυνατώτατος καὶ ἐκ τῶνδε ὁμοῦ πάντων γνωριμώτατος ἅπασι, δημαρχῶν ἐσεμνολόγησε περὶ τοῦ Ἰταλικοῦ γένους ὡς εὐπολεμωτάτου τε καὶ συγγενοῦς, φθειρομένου δὲ κατʼ ὀλίγον εἰς ἀπορίαν καὶ ὀλιγανδρίαν καὶ οὐδὲ ἐλπίδα ἔχοντος ἐς διόρθωσιν. ἐπὶ δὲ τῷ δουλικῷ…
Appian, The Civil Wars
-
…καὶ χαλκαῖς εἰκόσι · καὶ τελευτήσαντʼ αὐτὸν δημοσίᾳ ταφῆναι, βιώσαντα ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν ἔτη. ὁ δὲ Δημήτριος τοὺς συγγενέας αὐτοῦ φησιν ἀναγνῶναι τὸν Μέγαν διάκοσμον, ὃν μόνον ἑκατὸν ταλάντων τιμηθῆναι. ταὐτὰ δὲ καὶ Ἱππόβοτός φησιν. Ἀριστόξενος…
Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers