συγγηράσκω
συγγηράσκω, to grow old together with
συγγηρ-άσκω, fut. -γηράσομαι E. Fr. 1058: aor. -εγήρᾱσα Alciphr. 2.3:—
- grow old together with, γηράσκοντι [τῷ σώματι] συγγηράσκουσι [αἱ φρένες] Hdt. 3.134; ἐγώ σʼ ἔθρεψα σὺν δὲ γηράναι θέλω (cf. γηράσκω) A. Ch. 908, cf. E. l.c., Isoc. 1.7:—pres. συγγηράω Aret. CA 1.5.
συγ·γηράσκω (f. άσομαι) vieillir avec, Hdt. 3, 134 ; Eur. fr. 1044 Nauck ; Isocr. 2c.
συγγηράσκω, (γηράσκω) = συγγηράω, γηράσκοντι τῷ σώματι συγγηράσκουσι καὶ αἱ φρένες, Her. 3.184, Isocr. 1.7.
συγγηράσκω
fut. -γηράσομαι
aor1 -εγήρᾱσα
- to grow old together with, τινί Hdt.; absol., Aesch.