Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμβιάζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμβαπτίζω
συμβαρβαρίζω
συμβαρέω
συμβαρύνω
συμβάς
συμβασείω
συμβασιλεύς
συμβασιλεύω
συμβασιλιστής
σύμβασις
συμβαστάζω
συμβατέος
συμβατεύω
συμβατήριος
συμβατικός
συμβατικῶς
συμβατόν
συμβατός
συμβεβαιόω
συμβεβαιωτής
συμβεβάναι
συμβεβηκότως
συμβεβηλόω
συμβελής
συμβελτιόομαι
συμβεννίων
συμβηματίζω
συμβησείω
συμβία
συμβιάζομαι
συμβιάζω
συμβιβάζω
συμβίβασις
συμβιβασμός
συμβιβαστής
συμβιβαστικός
συμβιβῶ
σύμβιος
συμβιοτεύω
συμβιότη
συμβίοτος
συμβιόω
συμβίωσις
συμβιωτάριον
συμβιωτέον
συμβιωτέος
συμβιωτής
συμβιωτικός
συμβιωτός
συμβλάπτω
συμβλαστάνω
συμβλαστής
συμβλέπω
συμβλήδην
σύμβλημα
συμβλήμην
συμβλής
συμβλήσεαι
σύμβλησις
συμβλήσομαι
συμβλητέον
…
συμβιάζω
Save
Pape
συμβιάζω
,
mit Andern od. zugleich zwingen
, πάντα τὰ νῦν συμβεβιασμένα, Dem. 8.41.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}