συμβούλευμα
συμβούλευμα, advice given
συμβούλ-ευμα, ατος, τό,
- advice given, X. Ap. 13, Eq. 9.12; σ. Περιάνδρου πρὸς Θρασύβουλον Arist. Pol. 1311a20; official instruction, PFay. 20.18 (iii/iv A.D.).
συμβούλευμα, ατος (τὸ) conseil, avertissement, Xén. Ap. 13, etc. ; Arstt. Pol. 5, 10, 13.
Étym. συμβουλεύω.
συμβούλευμα, τό, erteilter Rat, θεοῦ, Xen. Apol. 13.
συμβούλευμα, ατος, τό,
from συμβουλεύω
- advice given, Xen., Arist.