συστεφανηφορέω
συστεφανηφορέω, wear a crown with
συστεφᾰνηφορέω,
- wear a crown with, Scol. 22.
συστεφανηφορέω, mit Andern Kränze tragen, Scol. 18 Jacobs
συστεφανηφορέω, wear a crown with