συστορνύω
συστορνύω, smooth out
συστορνύω,
- smooth out, στρωμάτων ἐξαναστὰς συνέλισσε αὐτὰ καὶ τὸν τύπον συνστόρνυε Iamb. Protr. 21.κθ ; ἐξανίσταμαι τὸν ἀμφιτάπητα συστορέσας Diph. 51: cf. συστρώννυμι.
συ·στορνύω (seul. prés.) c. le préc. Jambl. Protr. p. 314, 366.