ταξιόομαι
ταξιόομαι, to engage in battle
ταξι-όομαι, Pass.,
- engage in battle, Pi. O. 9.78.
ταξῐόομαι
- 1station oneself οὐλίῳ νιν ἐν Ἄρει παραγορεῖτο μή ποτε σφετέρας ἄτερθε ταξιοῦσθαι δαμασιμβρότου αἰχμᾶς O. 9.78
ταξιόομαι,
- Pass. to engage in battle, Pind.