τανύτριχος Save LSJ Bailly 2024 Pape τᾰνύ-τρῐχος, ον, = τανύθριξ, Opp. C. 1.187. τανύ·τριχος, ος, ον [ᾰῐ] c. τανύθριξ, Opp. C. 1, 187. τανύτριχος, = τανύθριξ, Opp. Cyn. 1.186.