About Report a problem

Menu

τετρακαιδεκαέτης

τετρακαιδεκαέτης, of fourteen years

τετρᾰκαιδεκα-έτης, ες,
  • of fourteen years, D.H. 6.21 (v.l. τετρακαιδεκέτης).
    • II fem. τετρᾰκαιδεκέτις, ιδος, fourteen years old, κόρη Isoc. 19.22.

Saved

Recent